20/6/09

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ - Ζει θανάτω θάνατον πατήσας

Το 1973 σε ηλικία 89 χρόνων, πέρασε στην «αθανασία» ο Γιαννιώτης κομμουνιστής, διακεκριμένος γιατρός, εξαιρετικός ποιητής, αγωνιστής του δημοτικισμού, πρωτοπόρος «οδηγητής» των προοδευτικών Ελληνικών Γραμμάτων στον 20ό αιώνα και «θεμελιωτής» της θεωρίας και της κριτικής της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, Μάρκος Αυγέρης. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό όνομά του, «έφυγε» εν μέσω της αμερικανοκίνητης Απριλιανής χούντας, αφήνοντας στο λαό μας την επίκαιρη και σήμερα «διαθήκη» του: «Μέσα στις ύπουλες ενέδρες των καιρών/ έτοιμος πάντα νάσαι/ γι' αντίσταση κι αγώνα/ Κι αν τόχει η μοίρα σου να πέσεις/ βάστα ακόμα/ μην πεις ποτέ, ψυχή μου παραδόσου». Ο,τι δίδαξε, έπραξε με όλη τη ζωή και το έργο του ο Αυγέρης, γι' αυτό και πραγματοποιήθηκε ο πόθος του: «Αχ, να φτερώσω και να 'ρθώ κι εγώ μαζί σας/ να με αναστήθηκα θανάτω θάνατον πατήσας».

Ο Μάρκος Αυγέρης δικαιωματικά πέρασε στη χορεία των «αθανάτων». Και γιατί η ζωή, πρότυπο ανθρώπινου, αγωνιστικού, επιστημονικού ήθους και προσφοράς στο λαό μας, εκτιμήθηκε και εξακολουθεί να εκτιμάται, ακόμα και από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του. Και γιατί το - αν και όχι εκτενές - ποιητικό έργο του θεωρείται σημαντικότατο. Και γιατί τα θεωρητικά και κριτικά κείμενά του για κορυφαίους Ελληνες και ξένους ποιητές και πεζογράφους αποτελούν «αφετηριακό» και μέγιστο σημείο αναφοράς, «δάσκαλο» των σύγχρονων μελετητών (ακόμα και των αντιμαρξιστών) της ιστορίας, της θεωρίας και της κριτικής της λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Για κάθε σοβαρό σημερινό Ελληνα μελετητή αυτού του τομέα, η μελέτη του θεωρητικού και κριτικού έργου του Αυγέρη είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Και, αλήθεια, όποιος - ειδικός ή μη - δε φορά αντικομμουνιστικές παρωπίδες και μπει στον κόπο να κάνει μια συγκριτική ανάγνωση μεταξύ των θεωρητικών και κριτικών κειμένων του Αυγέρη και «δοκιμίων» κάποιων «νεοτεριστών» και «μεταμοντέρνων» θεωρητικών και κριτικών, θα διαπιστώσει στα κείμενα του Αυγέρη την τεράστια ευρυμάθεια, την ανυπόκριτη μαρξιστική αντίληψη, το ήθος του. Τη βαθιά, τολμηρή, σαφή, καθάρια κριτική σκέψη, την ειλικρίνεια, ευαισθησία και σεμνότητα του ανθρώπου και του κριτικού, τη θερμή, ανεπιτήδευτη, χυμώδη, εύληπτη από όλους γλώσσα του. Την αγάπη του για το λαό και, εντέλει, τον πόθο του η λογοτεχνία να γίνει μέσο πνευματικής καλλιέργειας και κοινωνικής ανύψωσης του λαού. Αντίθετα στα κείμενα των «μεταμοντέρνων» θα διαπιστώσει τον ανομολόγητο, δήθεν απολιτικό κι όμως βαθύτατα πολιτικό, παρωπιδισμό τους, τη θεωρητική ανεπάρκεια, την αισθητική σύγχυση, τη νοηματική ασάφεια, την έπαρση του «παντογνώστη ειδικού», την απώθηση, αν όχι την απέχθεια, για οτιδήποτε λογοτεχνικό αφορά και εκφράζει το λαό μας, τη γλωσσική επιτήδευση, αν όχι μια απόλυτη «τρικυμία εν κρανίω».
«Σχολειό» του ο λαός
Ο Αυγέρης, έχοντας μελετήσει πολύπλευρα και «έχοντας ζήσει όλη την ιστορία της ανθρωπότητας», όπως έλεγε, ήξερε και πίστευε ακράδαντα ότι «καμιά λογοτεχνία στον κόσμο δε διαμορφώνεται σε τόσο στενό σύνδεσμο με τη ζωή του λαού, όσο η ελληνική λογοτεχνία και ποίηση». Και, βέβαια, δεν έκρυψε ποτέ ότι «ο λαός με τη γλώσσα του και τις λαϊκές δημιουργίες του ήταν η μεγάλη σχολή» του. Οτι «η αισθητική του ανταποκρινόταν στην ιδεολογία του». Οτι «συντόνισε το βήμα του με το βήμα της ιστορίας» και «μέσα στις τάξεις του λαού» γνώρισε «την ψυχική του έξαρση και την ηθική του μέθη. Σ' αυτόν τον αγώνα πήρα περισσότερα απ' όσα έδωσα». Ο Αυγέρης δεν έκρυψε ότι ήταν μαρξιστής. Ούτε με όσα σπουδαία πρόσφερε ως γιατρός, ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, ως ποιητής, ως ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ως θεωρητικός και κριτικός της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.
Στο διαχρονικής αξίας θεωρητικό έργο, το οποίο ξεκίνησε να διατυπώνει από τα 1910, ανέπτυξε στο μεσοπόλεμο και ολοκλήρωσε μετά τον πόλεμο (περιλαμβάνεται στον τόμο «Κριτικά - Αισθητικά» των «Απάντων» του), γράφει ξεκάθαρα: «Τρεις κύριες ιδεολογικές τάσεις ξεχωρίζουν μέσα στην ιστορία της τέχνης: α) την επαναστατική ιδεολογία, από τις τάξεις που ανεβαίνουν και που τώρα μεγαλώνει η δύναμή τους. Αυτές αρνούνται την τωρινή κατάσταση και προβάλλουν ένα ιδανικό τελειότερης ζωής για το αύριο, β) τη συντηρητική ιδεολογία, από τις τάξεις που κυριαρχούν και είναι στάσιμες, καταδικάζουν τις αλλοτινές προοδευτικές ιδέες τους και θέλουν να διαιωνίσουν τα τωρινά σαν αξίες αναντικατάστατες και γ) την αντιδραστική ιδεολογία, από τις τάξεις που βρίσκονται στον ξεπεσμό τους και τις έχουν παραμερίσει άλλες ιστορικές δυνάμεις. Οι δύο αυτές τελευταίες τάσεις είναι ιδεαλιστικές στην κοσμοθεωρία τους, γιατί βρίσκουν σ' αυτή τα επιχειρήματα που τους χρειάζονται για να αποδείξουν την αιωνιότητα των κοινωνικών, ηθικών, πνευματικών αξιών που αντιπροσωπεύουν κι επομένως και την αιώνια αξία στο δικό τους κοινωνικό σύστημα. (...) Από την ιστορία παρατηρούμε πως τις μεγάλες κοινωνικές μεταβολές δεν τις ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό οι μεταβολές στα πνευματικά φαινόμενα. Πολλές αντιλήψεις, θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ηθικές, αισθητικές, που ανταποκρίνονται σ' έναν προηγούμενο τρόπο ζωής, επιζούν κι ύστερα από τις μεταβολές που αλλάζουν τη συγκρότηση μιας κοινωνίας. Οι αντιλήψεις όμως αυτές είναι προορισμένες αργά ή γρήγορα να παραμεριστούν και να εξαφανιστούν ή να αλλάξουν και να προσαρμοστούν στις νέες καταστάσεις». Και τόνιζε ότι «μ' όλο που οι πνευματικές αντιλήψεις δεν παίζουν τον πρωταρχικό κύριο ρόλο στην ιστορική εξέλιξη, αποτελούν σπουδαία κοινωνική δύναμη. Είναι κι αυτές μια πραγματικότητα».
Αρχοντιά, συνέπεια, τελειομανία
Σ' αυτή τη «μνημόσυνη» αναφορά μας, δίνουμε το λόγο σε προσωπικότητες που γνώρισαν και μελέτησαν τον Μ. Αυγέρη.
Ο Βάρναλης στα «Φιλολογικά Απομνημονεύματά» του θυμόταν ότι στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, στο φιλολογικό καφενείο της Δεξαμενής ο φίλος του «ο Αυγέρης με το τετράγωνο πιγούνι, το μεγάλο ηπειρώτικο κεφάλι και τα μυωπικά γυαλιά του εδέσποζε. Ητανε φτασμένος πια ποιητής, (...) προικισμένος με πολλή ευαισθησία και ασφαλή κρίση και με νοσηρή σχεδόν συνείδηση της τελειότητας. Ο,τι έγραψε είναι αριστουργηματικό. Δυστυχώς έγραψε πολύ λίγα (σ.σ. εννοεί ποιήματα). Του αναχαίτισε τη δημιουργική του δραστηριότητα ο τρόμος της τελειότητας».
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει ότι το έργο του Αυγέρη είναι έργο σημερινό, «με την επικαιρότερη σημασία». Είναι «ένα έργο για τον άνθρωπο και τη χιλιοπροδομένη του μοίρα». Εργο, που «είναι στην ουσία Πόλεμος από το ίδιο πάντοτε μετερίζι, που διάφορα λαγούμια θεατά και αθέατα (...) το κάνουν να επικοινωνεί με κάποιες θεμελιώδεις αξίες και θέσεις που ανήκουν και στα χρόνια αυτά, στη μαύρη τριετία (1967-1969), αλλά ανήκουν και στα παλιότερα και στα ακόμα παλιότερα και σε εκείνα που ακόμα δεν ήρθαν μα θάρθουν, έρχονται». Εξάλλου, αυτή η διαλεκτική σκέψη του Μ. Αλεξανδρόπουλου για τους μέλλοντες καιρούς, διατυπώθηκε από τον Αυγέρη και ποιητικά: «Μα οι μέρες έρχονται, έρχονται οι μέρες/ και δε θ' αργήσουν/ Ο λόγος ο προφητικός δε θ' αναιρεθεί/ και δε θα χαθεί στων καιρών τα γυρίσματα».
Ο Νίκος Εγγονόπουλος θεωρούσε ότι «όσο θα περνά ο καιρός, τόσο θα τρανεύει το όνομα του Μάρκου Αυγέρη, τόσο πιο πολύ θα φανερώνεται η μεγάλη σημασία της δουλιάς του μέσα στο πνευματικό ελληνικό στερέωμα».
Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε: «Στον Αυγέρη η πρώτη ύλη δημιούργησε το έργο, ενώ σε άλλους το έργο καλύπτει την ανυπαρξία πρώτης ύλης... Είχε την απλότητα της αληθινής αρχοντιάς. Την αρχοντιά του, που ήτανε πρώτα απ' όλα πνευματική, ήθελε να τη δώσει σε όλους. Αν στην ευγένειά του προσθέσουμε τον πραγματισμό του, τη γνώση της ζωής, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη γοητεία που εξασκούσε η προσωπικότητά του. Ο Δίκαιος αυτός ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που μ' έκαναν να νοσταλγώ την Ελλάδα».
Ο Αλέξης Αργυρίου σημειώνει ότι «η έντονη παρουσία του από το 1945 και έπειτα, σε συνδυασμό με την πλατιά του καλλιέργεια και ενημέρωση συνέβαλαν στο να θεωρηθεί ο πρύτανης των μαρξιστικών κριτικών της γενιάς του, στην οποία συμπεριλαμβάνονται ο Βάρναλης και ο Γληνός».
Ο Μιχάλης Παπαϊωάννου έγραφε στο «Ρ»: «Πολύ λίγοι από τους Ελληνες λογοτέχνες γνώριζαν τόσο καλά την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο, τη φιλοσοφία της Ευρώπης και της Αμερικής, όσο ο Αυγέρης. Τα κύρια ρεύματα της ξένης σκέψης τα είχε παρακολουθήσει σαν πιστός, με το πάθος του οπαδού (...). Μπορούσε να τα απολαμβάνει σαν άνθη του καλού, ή ύστερα, στην περίοδο του διαφωτισμού του, να τα ελέγχει, να τα κρίνει σαν άνθη του κακού. Εμεινε πιστός στον όρκο του (...), δε σάλεψε, δε δείλιασε, έμεινε στις επάλξεις, δυσκολοπλησίαστο παράδειγμα αγωνιστή, διανοούμενου υπερασπιστή της κομμουνιστικής ιδέας».